- ἐξέδοντα
- ἐξέδοντα, τά,A erosion, dub. in Gal.18(2).573.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ἐξέδοντα — erosion neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)